διάσημος

διάσημ-ος, ον, ([etym.] σῆμα)
A clear, distinct: neut. pl. as Adv.,

διάσημα θροεῖ S.Ph.209

(lyr.).
II conspicuous, eminent, Hippias Soph.4 ([comp] Sup.), Plu.Dio54;

δ. κράνος Id.TG17

;

γένει καὶ ἀξίᾳ BMus.Inscr. 481

*.15(ii A. D.): esp. in [comp] Sup.,

διασημοτάτη πόλις Epigr.Gr.904

([place name] Erythrae); διασημότατος, = Lat. clarissimus, IG3.635; = perfectissimus,

δ. ἡγεμών BGU198.5

(ii A. D.), al., Epigr.Gr.1078.10 ([place name] Adana);

ἐπίτροπος Sammelb.4421.5

(iii A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάσημος — clear masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάσημος — η, ο (AM διάσημος, ον) 1. ξακουστός, περίφημος, ονομαστός, περιώνυμος 2. (στον πληθ. ως ουσ.) τα διάσημα διακριτικά βαθμός, αξιώματος κ.λπ. (γαλόνια, σειρήτια, αστέρια, παράσημα, μετάλλια κ.ά.) αρχ. 1. καταφανής, διαυγής, σαφής 2. (για ήχο)… …   Dictionary of Greek

  • διάσημος — [диасимос] επ. знаменитый, известный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διάσημος — η, ο ονομαστός, γνωστός και δημοφιλής σε όλους: Τα περιοδικά γράφουν για πολλούς διάσημους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασημότερον — διάσημος clear adverbial comp διάσημος clear masc acc comp sg διάσημος clear neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασημοτάτων — διάσημος clear fem gen superl pl διάσημος clear masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασημοτέρων — διάσημος clear fem gen comp pl διάσημος clear masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασημότατα — διάσημος clear adverbial superl διάσημος clear neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασημότατον — διάσημος clear masc acc superl sg διάσημος clear neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασήμως — διάσημος clear adverbial διάσημος clear masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάσημον — διάσημος clear masc/fem acc sg διάσημος clear neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.